Στο τρίτο μέρος της μαρτυρίας της, η Φρίντα Ματαλών αφηγείται τα χρόνια διαφυγής και επιβίωσης στην Κορυτσά της Αλβανίας. Παρότι όλοι γνώριζαν ότι η οικογένειά της ήταν εβραϊκή, οι άνθρωποι γύρω τους έδειξαν διακριτικότητα και προστασία. Η ζωή εκεί κύλησε μέσα σε φόβο, φτώχεια και αβεβαιότητα, ενώ ο πατέρας της ζούσε στα βουνά μαζί με αντάρτες, μετακινούμενος από χωριό σε χωριό μέσα στον βαρύ χειμώνα του 1944. Περιγράφει τη βοήθεια που έλαβαν από Αλβανούς φίλους, την εμπλοκή των παρτιζάνων, τις δυσκολίες της επικοινωνίας και τις στιγμές αγωνίας μέχρι την τελική επιστροφή στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν κλείσουν τα σύνορα. Η επανένωση με τον πατέρα της και η επιστροφή στην πόλη σημαδεύτηκαν από συγκίνηση αλλά και από τη σκληρή πραγματικότητα: άδειο σπίτι, κατεστραμμένη περιουσία, χαμένες οικογένειες. Θυμάται επίσης τη συγκέντρωση των Εβραίων ανδρών στην Πλατεία Ελευθερίας το 1942, τις διώξεις και τις απώλειες. Από την οικογένεια του πατέρα της δεν επέζησε κανείς, ενώ από την πλευρά της μητέρας της σώθηκαν όσοι είχαν ισπανική υπηκοότητα και στάλθηκαν στο Μπέργκεν-Μπέλζεν. Κλείνοντας, αναφέρεται στην οικογένεια Νισίμ και στη μεταπολεμική τους πορεία, θυμούμενη ανθρώπους καλλιεργημένους και αξιοπρεπείς, καθώς και τη φράση που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της: «Ο φασισμός πέθανε. Ελευθερία στους λαούς.» Μια βαθιά ανθρώπινη μαρτυρία για τη διαφυγή, την απώλεια, την αντοχή και την επιστροφή στη ζωή μετά τον όλεθρο.
Στη συνέχεια της μαρτυρίας της, η Φρίντα Ματαλών αφηγείται την περίοδο που η οικογένειά της μεταφέρθηκε στα γκέτο της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Ζώντας σε επιπλωμένο δωμάτιο στην οδό Συγγρού, βίωσαν από κοντά τη συγκέντρωση των Εβραίων με προορισμό το στρατόπεδο διέλευσης του Βαρώνου Χιρς και, από εκεί, τα τρένα για την Πολωνία. Απρόσμενα, δύο Γερμανοί αξιωματικοί προειδοποίησαν διακριτικά τον γαμπρό της οικογένειας ότι το γκέτο της Συγγρού επρόκειτο να εκκενωθεί, δίνοντάς τους την ευκαιρία να οργανώσουν διαφυγή. Ακολούθησε μια αγωνιώδης περίοδος μετακινήσεων και κρυψώνων: από σπίτι σε σπίτι, με ψεύτικες ταυτότητες, με συνεχείς αλλαγές σχεδίων και με τον φόβο των ελέγχων στα τρένα. Η Φρίντα περιγράφει νύχτες σε καταλύματα γεμάτα έντομα, στιγμές πανικού, αποχωρισμούς από τους γονείς της, αλλά και παράδοξες σκηνές ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως η στάση ενός Γερμανού αξιωματικού που της έδειξε απροσδόκητη καλοσύνη. Τα σχέδια για διαφυγή άλλαζαν διαρκώς — πρώτα Αθήνα, έπειτα Αλβανία. Με τη βοήθεια του Ιταλού υποπρόξενου Εμίλιο Νέρι και Αλβανών γνωστών, η οικογένεια κατάφερε τελικά να φύγει προς την Κορυτσά, περνώντας από γερμανικά φυλάκια με τεράστιο κίνδυνο. Η αφήγησή της αποτυπώνει τον φόβο, την αβεβαιότητα, τα ηθικά διλήμματα και τις λεπτές γραμμές ανθρωπιάς μέσα σε μια εποχή διωγμών και εκτοπισμών — μέσα από τη ματιά ενός παιδιού που προσπαθούσε να κατανοήσει τον κόσμο που κατέρρεε γύρω του.