Στη συνέχεια της μαρτυρίας της, η Φρίντα Ματαλών αφηγείται την περίοδο που η οικογένειά της μεταφέρθηκε στα γκέτο της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Ζώντας σε επιπλωμένο δωμάτιο στην οδό Συγγρού, βίωσαν από κοντά τη συγκέντρωση των Εβραίων με προορισμό το στρατόπεδο διέλευσης του Βαρώνου Χιρς και, από εκεί, τα τρένα για την Πολωνία. Απρόσμενα, δύο Γερμανοί αξιωματικοί προειδοποίησαν διακριτικά τον γαμπρό της οικογένειας ότι το γκέτο της Συγγρού επρόκειτο να εκκενωθεί, δίνοντάς τους την ευκαιρία να οργανώσουν διαφυγή. Ακολούθησε μια αγωνιώδης περίοδος μετακινήσεων και κρυψώνων: από σπίτι σε σπίτι, με ψεύτικες ταυτότητες, με συνεχείς αλλαγές σχεδίων και με τον φόβο των ελέγχων στα τρένα. Η Φρίντα περιγράφει νύχτες σε καταλύματα γεμάτα έντομα, στιγμές πανικού, αποχωρισμούς από τους γονείς της, αλλά και παράδοξες σκηνές ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως η στάση ενός Γερμανού αξιωματικού που της έδειξε απροσδόκητη καλοσύνη. Τα σχέδια για διαφυγή άλλαζαν διαρκώς — πρώτα Αθήνα, έπειτα Αλβανία. Με τη βοήθεια του Ιταλού υποπρόξενου Εμίλιο Νέρι και Αλβανών γνωστών, η οικογένεια κατάφερε τελικά να φύγει προς την Κορυτσά, περνώντας από γερμανικά φυλάκια με τεράστιο κίνδυνο. Η αφήγησή της αποτυπώνει τον φόβο, την αβεβαιότητα, τα ηθικά διλήμματα και τις λεπτές γραμμές ανθρωπιάς μέσα σε μια εποχή διωγμών και εκτοπισμών — μέσα από τη ματιά ενός παιδιού που προσπαθούσε να κατανοήσει τον κόσμο που κατέρρεε γύρω του.
Μια προσωπική μαρτυρία της Φρίντας Ματαλών, γεννημένης το 1931 στη Θεσσαλονίκη, που ανακαλεί την εβραϊκή ζωή της πόλης πριν και μετά τον πόλεμο. Μεγαλωμένη σε σεφαραδίτικη οικογένεια όπου ακούγονταν λαντίνο, γαλλικά και ελληνικά, θυμάται έναν κόσμο με έντονη οικογενειακή συνοχή, συναγωγές γεμάτες ζωή και βαθιά ριζωμένα έθιμα. Περιγράφει την τήρηση του Σαμπάτ, τις συναγωγές της προπολεμικής Θεσσαλονίκης και τις μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις. Ιδιαίτερη θέση στις μνήμες της έχει το Πέσαχ — από την παραλαβή της μασάς από το κοινοτικό κατάστημα έως την προετοιμασία παραδοσιακών φαγητών όπως τα χαμινάδος, οι μπουμουέλος, το αρνάκι με μπιζέλια και τα σιροπιαστά γλυκά. Μετά τον πόλεμο, καθώς η κοινότητα είχε πλέον συρρικνωθεί, οι γιορτές έγιναν πιο λιτές και οικογενειακές. Ωστόσο, τα έθιμα διατηρήθηκαν μέσα στο σπίτι, από το σπάσιμο της νηστείας του Κιπούρ μέχρι αγαπημένα γλυκά όπως το τουπιστί, που άφησαν μνήμη ακόμη και στις χριστιανές φίλες της. Μια ζωντανή καταγραφή της σεφαραδίτικης ταυτότητας της Θεσσαλονίκης, μέσα από τη γλώσσα, τις γεύσεις, τις τελετουργίες και τη δύναμη της συνέχειας.